διάχρυσος

διάχρῡσος, ον,
A interwoven with gold, ἱμάτιον Test. ap. D.21.22;

ἐσθῆτες Plb.6.53.7

;

σκηναί D.S.14.109

;

ὑποδήματα Plu.2.142c

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάχρυσος — διάχρῡσος , διάχρυσος interwoven with gold masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάχρυσος — ο (Α ος, ον) 1. ο υφασμένος με χρυσό, χρυσοΰφαντος 2. ο στολισμένος με χρυσό …   Dictionary of Greek

  • διά — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Θεά που λατρευόταν στη Σικυώνα και στη Φλιούντα, όπου τη θεωρούσαν απελευθερώτρια των δούλων. Γι’ αυτό και ο ναός της, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν το άσυλό τους. Προς τιμήν της Δ. τελούσαν… …   Dictionary of Greek

  • διάχρυσον — διάχρῡσον , διάχρυσος interwoven with gold masc/fem acc sg διάχρῡσον , διάχρυσος interwoven with gold neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SPARSUM auro pallium — apud Ael. Lamprid. in Alexandro, c. 41. dicens matornas regias contentas esse debere unicô palliô aurô sparsô et cyclade, quae sex unciis auri plus non haberet: Graece est χρυσόσημον, χρυσόπαςτον, χρυσῷ χατάπαςτον καὶ κατάςτικτον: quod acu fiebat …   Hofmann J. Lexicon universale

  • VESTIS — primi hominis innocentia fuit, cui postquam iniquitas successit, vidit se nudum esse, et consutis foliis fecit sibi subligacula, Genes. c. 3. v. 7. ut sic membris minime honestis honorem circumponeret, prout loquitur Paulus 1. Corinth. c. 12. v.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • χρυσός — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Au· ανήκει στην πρώτη ομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, δεύτερη υποομάδα, έχει ατομικό αριθμό 79, ατομικό βάρος 197,2 ένα σταθερό ισότοπο και πολλά ραδιενεργά ισότοπα με αριθμό μάζας από 187 έως 189 και από …   Dictionary of Greek

  • ՈՍԿԵՀՈՒՌ — ( ) NBH 2 0519 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 11c ա. ՈՍԿԵՀՈՒՌ կամ ՈՍԿԵՀՈՒՌՆ. διαχρύσος, χρύσεος, χρυσός, χρύσινος deauratus, aureus. Իբր Ոսկեխուռն կամ ոսկեկուռ. կռեալ ոսկւով. հոծեալ ոսկի զարդու. ոսկեթել. ոսկեզարդ.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ՈՍԿԵՀՈՒՌՆ — ( ) NBH 2 0519 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 11c ա. ՈՍԿԵՀՈՒՌ կամ ՈՍԿԵՀՈՒՌՆ. διαχρύσος, χρύσεος , χρυσός, χρύσινος deauratus, aureus. Իբր Ոսկեխուռն կամ ոսկեկուռ. կռեալ ոսկւով. հոծեալ ոսկի զարդու. ոսկեթել. ոսկեզարդ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • διαχρύσοις — διαχρύ̱σοις , διάχρυσος interwoven with gold masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχρύσου — διαχρύ̱σου , διάχρυσος interwoven with gold masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.